αυτόςpronounhe, this (one); αυτή she, αυτό it / this
εγώpronounI
εσύpronounyou (singular)
Phrases
κάτω απόphraseunder, beneath
Αρνί του ΘεούphraseLamb of God
Γιος του ΘεούphraseSon of God
Ελάτε και θα δείτεphraseCome and you will see; "Come and see" (to several people)
Grammar
είναι / δεν είναιείναι = "is" (also "are"). Put δεν right before the verb to say "not": δεν είναι = "is not". A question keeps the same words and ends with ; (the Greek question mark): Είναι νερό; = "Is it water?"Αυτό είναι νερό. · Δεν είναι νερό. Είναι πέτρα. · Είναι πέτρα; Όχι.
εγώ είμαι / εσύ είσαι / αυτός είναιThe verb "to be" changes with the person: είμαι (I am), είσαι (you are), είναι (he / she / it is). The pronoun (εγώ, εσύ, αυτός) is optional; the verb ending already tells you who.Εσύ, ποιος είσαι; · Εγώ δεν είμαι ο Χριστός. · Εγώ είμαι μια φωνή.
τι; / ποιος; ποια; ποιοι;τι = "what?" for things. ποιος = "who?" for people, and it changes like an adjective: ποιος (a man), ποια (a woman), ποιοι (several men).Τι είναι αυτό; · Ποιος είναι αυτός; · Ποια είναι αυτή; · Ποιοι είναι αυτοί;
αυτός / αυτή / αυτόαυτός = he / this (masculine), αυτή = she / this (feminine), αυτό = it / this (neuter). Before a noun it means "this" and the noun keeps its article: αυτός ο άντρας = "this man".Αυτός είναι ένας άντρας. · Αυτή είναι μια γυναίκα. · Αυτό είναι πέτρα. · Αυτό το δέντρο είναι μια συκιά.
ο / η / το — τον / την / το — τουEvery noun has a gender, shown by its article: ο (masculine), η (feminine), το (neuter). As an object the article becomes τον / την / το; του means "of the". Greek also uses the article with names: ο Ιωάννης, τον Ιησού.Το ποτάμι είναι ο Ιορδάνης. · Η έρημος είναι άμμος. · Βάζει τον άνθρωπο στο νερό. · το Αρνί του Θεού
σε + το = στο, σε + την = στην, σε + τον = στονThe preposition σε ("in, at, to") joins with the article that follows it: στο ποτάμι = "in the river", στην έρημο = "in the desert", στον Ιορδάνη = "in the Jordan", μιλάει στον Ιωάννη = "speaks to John".Είναι στην έρημο. · Είναι κοντά στο ποτάμι. · Βαφτίζει στον Ιορδάνη.
είναι → ήταν (ήμουν / ήσουν / ήταν)ήταν is the past of είναι: "was" (also "were"). With other persons: ήμουν (I was), ήσουν (you were).Τώρα είναι φως. Στην αρχή, ήταν σκοτάδι. · Στην αρχή ήταν ο Λόγος. · Ήμουν μόνος. · Ήσουν κάτω από τη συκιά.